...στον πεζόδρομο της οδού Ακταίου, στο Θησείο, στον ίσκιο της Ακρόπολης, σ' έναν τόπο υψηλού κραδασμού, ιστορίας, μνήμης και πολιτισμού...

ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ
ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ
...όπου το ΕσωΘέατρο παρουσιάζει δικές του θεατρικές παραγωγές έχοντας ως βασική μέριμνα τη θέαση της «έσω πραγματικότητας».

Πολεμώντας την εξουσία εκ των έσω: Η περίπτωση Μολιέρου

moliere

Οι άνθρωποι μοιάζουν στις υποσχέσεις τους. Μόνο στις πράξεις τους διαφέρουν.
Μολιέρος

Ο Μολιέρος πέρασε τα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής ζωής του μακριά από την εξουσία και τα κέντρα λήψης αποφάσεων, οργώνοντας την δυτική και νότια Γαλλία με ένα περιοδεύοντα θίασο. Κατά τη διάρκεια ωστόσο της πιο δημιουργικής περιόδου του, βρέθηκε στο Παρίσι και στις Βερσαλλίες, εγγύτατα στην εξουσία, παρουσιάζοντας τα έργα του σε ένα κοινό που δεν ήταν άλλο, από την βασιλική αυλή και τον ίδιο τον βασιλιά.

     Ο Λουδοβίκος ο 14ος πολύ γρήγορα, αναγνώρισε το τεράστιο ταλέντο του Μολιέρου και ως ένδειξη εκτίμησης, του παραχώρησε καλλιτεχνική στέγη και τον επιχορηγούσε. Επιπλέον, του έδειχνε έμπρακτη εύνοια όταν δεχόταν κριτική και επιθέσεις από το θρησκευτικό κατεστημένο και την ανώτερη τάξη ενώ του βάφτισε και ένα παιδί. Ο Μολιέρος λοιπόν, υπήρξε επί σειρά ετών ευνοούμενος, protégé του ανώτατου άρχοντα, όχι όμως στον ίδιο βαθμό που υπήρξε αργότερα ο Lully. Δεν ήταν η εύνοια του βασιλιά που τον έκανε τόσο αγαπητό στον κόσμο αλλά η σαγήνη αυτού καθ’ αυτού του έργου του, που περιλάμβανε στοιχεία από όλα τα είδη κωμωδίας (φάρσα, σάτιρα, κωμωδία καταστάσεων, κωμωδία χαρακτήρων, στοιχεία από την comedia del’ arte κλπ). Ήταν σπουδαίος στην τέχνη του κι έτσι, παρότι η σατιρική του πένα ήταν οξύεχμη, χρησιμοποιούσε τις λέξεις με τέτοια μαεστρία που δεν τάραζαν τα αυτιά του βασιλιά Λουδοβίκου.

     Είναι εντυπωσιακό ότι ενώ ο Μολιέρος βρέθηκε κοντά στον βασιλιά, τα χρόνια της απόλυτης κυριαρχίας του τελευταίου, τότε ακριβώς που διακήρυττε ότι «το κράτος είμαι εγώ» (l’ eta c’ est mois), δεν δίστασε να ασκεί κριτική ακόμα και στις παρυφές της βασιλικής και κρατικής εξουσίας. Τόσο με τα έμμετρα έργα του όσο και με την πρόζα, ασκούσε έλεγχο στα κακώς κείμενα κυρίως, της θρησκευτικής και επιστημονικής εξουσίας, στην εξουσία των ελίτ αλλά ακόμα και στην ενδοοικογενειακή εξουσία του πατέρα ή συζύγου στα παιδιά και τη γυναίκα του αντίστοιχα. Το διδακτικό ύφος των έργων του δεν μεταβλήθηκε από την γειτνίαση με τον ανώτατο άρχοντα και η στηλίτευση των ανθρώπινων «βίτσιων» που σχετίζονται με την άσκηση εξουσίας, μάλλον επιτάθηκε παρά μειώθηκε με την πάροδο του χρόνου, γεγονός που δεν φάνηκε να ενοχλούσε τον Λουδοβίκο.

     Ο Μολιέρος ωστόσο, σε κάθε θεατρικό του εγχείρημα, φοβόταν μήπως υπερβαίνει τα εσκαμμένα και αισθανόταν πως ακροβατούσε σε τεντωμένο σκοινί. Ανησυχούσε μέχρι την πρεμιέρα, αν μια «νουθεσία» του θα ηχήσει στα αυτιά του απόλυτου άρχοντα ως προσβλητική -με ενδεχόμενο κόστος το ίδιο του το κεφάλι- ή ως κομπλιμέντο ανάδειξης της απόλυτης υπεροχής του έναντι άλλων υποδεέστερων εξουσιών (εκκλησία και άρχουσα τάξη). Ο Μολιέρος ανησυχούσε για παράδειγμα, όταν πρωτοπαρουσίασε τον ‘Ταρτούφο’. Στο έργο αυτό, πέραν από τον προφανή καυτηριασμό της απατεωνιάς και της υποκρισίας, υπάρχει σαφής μομφή προς τον αστό Οργκόν που αποτελεί παράδειγμα κακού αφέντη του οίκου του, καθώς άγεται και φέρεται από τον τυχοδιώκτη Ταρτούφο. Κάποιος θα μπορούσε να υποθέσει ότι παραλληλίζει τον Οργκόν με τον βασιλιά. Από την άλλη, στο συγκεκριμένο έργο ο βασιλιάς παρεμβαίνει στην δράση του ως από μηχανής θεός και σώζει την περιουσία του Οργκόν από τον απατεώνα. Ο Λουδοβίκος, σε μια εποχή που προσπαθεί να εδραιώσει τον καθολικισμό -μακριά ωστόσο από την σκέπη του πάπα- ως μία θρησκεία για όλους τους Γάλλους, αναγιγνώσκει το έργο ορθά και λαμβάνει το εξής μήνυμα: ο βασιλιάς οφείλει -και το πράττει άλλωστε- να μην παρασύρεται από θρησκευτικούς συμβουλάτορες και να θέτει την θρησκευτική εξουσία υπό τον έλεγχο της δικής του ανώτερης εξουσίας. Μόλις η παράσταση ολοκληρώθηκε, ο Λουδοβίκος απευθύνθηκε με ενθουσιασμό στον συγγραφέα, δηλώνοντάς του απερίφραστα πως θεωρεί ότι πρόκειται για το καλύτερο ως τότε έργο του. Προς ανακούφιση λοιπόν του Μολιέρου, η αντίδραση του βασιλιά και σε αυτήν την πρεμιέρα καθώς και σε άλλες ήταν θετική.

     Αυτή η στάση αποδοχής εκ μέρους του βασιλιά είναι ευεξήγητη. Ο Λουδοβίκος ο δέκατος τέταρτος, ο επονομαζόμενος Βασιλιάς-Ήλιος μπορεί να ήταν πολλά, αλλά σίγουρα δεν υπήρξε αυτό που λέμε -με όρους ψυχολογίας- συμπλεγματικός… Δεν δημιούργησε τυχαία τον Μεγάλο 17ο αιώνα της Γαλλίας (το αντίστοιχο κατά τους γάλλους, του χρυσού αιώνα του Περικλέους στην Αθήνα). Στήριζε τις τέχνες και τα γράμματα όχι μόνο από φιλοτεχνία αλλά επειδή γνώριζε την τέχνη να τα επιστρατεύει για την πραγμάτωση του οράματός του, προκειμένου να καταστήσει την Γαλλία κοσμοκρατορία της εποχής. Στο πλαίσιο αυτό, καλοδεχόταν την κριτική του Μολιέρου, η οποία εντέλει τον ανύψωνε και τον έκανε να φαντάζει μεγαλόψυχος στα μάτια του λαού και της ελίτ. Επιπλέον, αντιλαμβανόταν ότι η πολύ αιχμηρότερη κριτική του Μολιέρου στις λοιπές εξουσίες, εδραίωνε περαιτέρω την δική του μοναρχία. Άρα, όσον αφορά στην σχέση του θεατρανθρώπου με τον βασιλιά είχε υπάρξει ένας αγαστός τρόπος συμπόρευσης, που εξυπηρετούσε αμφότερους.

     Κανένα modus vivendi δεν μπορούσε από την άλλη να βρεθεί ανάμεσα στον Μολιέρο και την Εκκλησία. Η εκκλησία και ειδικά ο επίσκοπος των Παρισίων θεωρούσε τον Μολιέρο αντίπαλό του και προσπαθούσε να τον φιμώσει, λογοκρίνοντας τόσο τον ‘Ταρτούφο’ όσο και τον ‘Δον Ζουάν’ και απειλώντας τον συγγραφέα με αφορισμό. Η δημόσια παρουσίαση του Ταρτούφου εμποδίστηκε επί μακρόν και πραγματοποιήθηκε τελικά, μόνο όταν ο Λουδοβίκος ο 14ος έγινε ο απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού της εξουσίας. Παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς του ιερατικού κατεστημένου, ο Μολιέρος δεν έβαλε κατά της θρησκείας αλλά κατά της ψευτοθρησκείας και των ψευδοθρησκευομένων υποκριτών. Ευδοκιμούσε και στην Γαλλία του 17ου αιώνα το φαινόμενο θρησκευτικών ηγετών που δεν ήταν ποιμένες αλλά «φαρισαίοι» δυνάστες, διψασμένοι για εξουσία, δόξα και πλούτο. Ήταν λοιπόν, επόμενο κάποιοι να αισθανθούν ενοχλημένοι από την μολιερική πένα που υπογράμμιζε με τον ‘Ταρτούφο’, τον ‘Μισάνθρωπο’ και με τον ‘Δον Ζουάν’ την ψευτιά που υπάρχει σε πολλές πτυχές της καθημερινής ζωής, ακόμα και της θρησκευτικής. Ψευτο-σεμνοτυφία, λύκοι που καμώνονται τα πρόβατα, καρδιές στεγνές που υποκρίνονται ότι αγαπούν, είναι κάποια συμπτώματα των διακόνων του «υπαρκτού χριστιανισμού» που οδηγούν τον Αλσέστ στον ‘Μισάνθρωπο’ να πει: «αν έτσι είναι η αγάπη σας, προτιμώ να με μισείτε»…

     Και ναι, μοιάζει να τον μισούσαν τον Μολιέρο οι επίσκοποι, ή τουλάχιστον ορισμένοι από αυτούς... αυτοί που έμοιαζαν με τους καλόγερους στο ‘Όνομα του Ρόδου’ του Ουμπέρτο Έκο και που είχαν κηρύξει ανένδοτο πόλεμο στην χαρά και στο γέλιο, πόσο μάλλον στην σάτιρα, την φάρσα και την κωμωδία. Άλλωστε, στα χρόνια του Μολιέρου, η ιδιότητα του κωμικού ήταν συνυφασμένη με κάποιου είδους μίασμα και γι αυτό οι κωμικοί μετά το θάνατό τους, δεν δικαιούνταν να ταφούν στο άγιο επονομαζόμενο χώμα ενός νεκροταφείου. Η γλώσσα της αληθείας του Μολιέρου, περιείχε μέσα της και τον άναρθρο λυγμό της αδικίας μιας ολόκληρης κάστας, των κωμικών -ακολούθων του Διονύσου- ηθοποιών. Η γλώσσα αυτή τσάκιζε την μισαλλόδοξη θρησκευτική εξουσία της εποχής.

     Ο αντιεξουσιαστικός, πάντως, λόγος του Μολιέρου δεν περιορίζεται στην θρησκευτική εξουσία. Σε αρκετά έργα του βάζει στο στόχαστρο και τους γιατρούς. Στην πραγματικότητα, καυτηριάζει την κακή άσκηση (mal practice) της ιατρικής. Η ιατρική ποτέ δεν υπήρξε μια pura επιστήμη όπως η φυσική∙ ήταν πάντα και επιστήμη και τέχνη. Τον 17ο αιώνα στην Γαλλία, η άσκηση της ιατρικής χαρακτηριζόταν από έλλειψη επιστημοσύνης και ανορθολογισμό, αφού η νόσος ταυτιζόταν με το αποτέλεσμα της, την νοσηρά ύλη. Οπότε, για την απομάκρυνση της νοσηρής ύλης, μπορούσε κανείς να διαλέξει ανάμεσα σε καθαρτικά, εμετικά, βδέλλες για την απομάκρυνση του ρυπαρού αίματος, αποχρεμπτικά ή να τα πάρει όλα, όπως ο Αργκάν, στον ‘κατά φαντασίαν ασθενή’. Ο Μολιέρος διέκρινε με την διεισδυτική του ματιά αυτό το έλλειμμα επιστημονικότητας και από την άλλη, παρατήρησε την έλλειψη ουσιαστικής μέριμνας και έγνοιας για τον ασθενή, την απουσία υψηλής ιατρικής τέχνης. Στα έργα όπου γίνεται μνεία σε γιατρούς όπως στον ‘κατά φαντασίαν ασθενή’, στον ‘γιατρό με το στανιό’, στον ‘Δον Ζουάν’, ή στον ‘κύριο ντε Πουρσονιακ’ σατιρίζει τους επαγγελματίες της ιατρικής, λέγοντας ότι η τέχνη τους εξαντλείται στο να ομιλούν λατινικά και να γράφουν διαγνώσεις με πομπώδεις εκφράσεις, που εντυπωσιάζουν τον απαίδευτο λαό προκειμένου να δικαιολογήσουν την αμοιβή τους. Ακόμα, στον Monsieur de Pourceaugnac αναφέρει πάλι περιπαιχτικά πως «η γενειάδα είναι περισσότερο από το ήμισυ ενός γιατρού». Και στην περίπτωση της ιατρικής-επιστημονικής ελίτ ο Μολιέρος αναδεικνύει το θέμα ενός φαίνεσθαι χωρίς να είναι, μιας εξουσίας άνευ ουσίας, άνευ σημασίας.

     Από την καυστική σάτιρα του Μολιέρου δεν ξεφεύγει η παλιά φεουδαρχία ούτε η νέα μπουρζουαζία. ‘Ο Μισάνθρωπος’ είναι χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της σάτιρας. Καυτηριάζεται εν προκειμένω η υποκρισία και ο ωχαδερφισμός στις κοινωνικές σχέσεις, η δειλία, ο εκμαυλισμός, η χυδαιότητα ορισμένων κοινωνικών συμβάσεων, ο ανέντιμος ή ακόμα και ο «έντιμος συμβιβασμός». Πράγματι, το ιδεώδες του έντιμου ανθρώπου (honnete home), το πολιτικώς ορθό (politically corect) κατ’ αναλογία, της εποχής εκείνης, τίθεται υπό τον εξονυχιστικό έλεγχο του βαθιά σκεπτόμενου Αλσέστ. Από την άλλη, η ξιπασιά, «το δήθεν», ο νεοπλουτισμός, η απαιδευσιά, η χρησιμοθηρία, σατιρίζονται στον αστό τζέντλεμαν, στον ‘αρχοντοχωριάτη’. Αλήθεια, τι θα έγραφε ο σπουδαίος Γάλλος, αν μπορούσε να θεαθεί την αρχοντοχωριατιά των νεοελλήνων στην χαραυγή του 21ου αιώνα, με τα ατέλειωτα cayenne; Υποψιάζομαι ότι θα έγραφε λόγο άκρως αφυπνιστικό, προκειμένου να μας ταρακουνήσει να βγούμε από το τέλμα, στο οποίο ανεπαίσθητα βουλιάξαμε.

     Η γραφή του Μολιέρου σίγουρα έχει χαρακτήρα επαναστατικό, ρηξικέλευθο, αντισυμβατικο. Στα έργα του ‘Σχολείο γυναικών’, ‘Σχολείο συζύγων’, ‘Ζορζ Νταντέν’, ‘Φιλάργυρος’ κ.α φωτίζει το ζήτημα της κατάχρησης της πατρικής εξουσίας και της εξουσίας των αντρών επί των γυναικών. Με πολύ περίτεχνο χιούμορ δεικνύει ότι όποιος προσπαθεί να ασκήσει ισχύ επί των άλλων ενώ δεν έχει κατορθώσει την αυτοκυριαρχία, απλώς απατάται πλάνη οικτρά και θα γίνει περίγελος. Τα κακώς κείμενα κατά τον Μολιέρο δεν βρίσκονται μόνο στα υψηλά κλιμάκια αλλά και στον μικρόκοσμο κάθε σπιτιού και αφορούν και άρχοντες και αρχόμενους.

     Αυτός, ο εντός του συστήματος θεατρίνος και συγγραφέας, παρότι υπήρξε συνδαιτυμόνας του Βασιλιά, δεν υπήρξε ποτέ λακές της εξουσίας, ούτε προσκυνημένος. Θα έλεγε κανείς ότι το έργο του λειτούργησε σαν ένας Δούρειος ίππος στο σύστημα εξουσίας, σαν μια σταγόνα διαβρωτικού που έσταξε σε μια σκουριασμένη λαμαρίνα.

     Το έργο του συνεχίζει να λειτουργεί έτσι. Το πνεύμα, η τέχνη και η γλώσσα του Μολιέρου, του φυσικού διαδόχου του Αριστοφάνη στην κωμωδία (κατά τον ίδιο τρόπο που ο Σαίξπηρ αποτελεί τον διάδοχο των τριών τραγικών μας ποιητών) μιλάνε όπως στο τότε έτσι και στο σήμερα. Ταράζεσαι ή ενθουσιάζεσαι -ανάλογα την οπτική- όταν διαπιστώνεις πόσο σύγχρονα είναι τα κείμενά του, γιατί είναι διαχρονικά και εν τέλει άχρονα και υπερβατικά, καθώς φέρουν σπερματικό λόγο, πληρο-φορία για την διάλυση μιας στρεβλής πραγματικότητας και την Διονυσιακή Ανάσταση μιας συθέμελα νέας κι ορθής.

STUDIO ΔΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ
STUDIO ΔΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

(ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ)

...όπου το ΕσωΘέατρο προετοιμάζει αυριανούς ηθοποιούς, επιχειρώντας όχι μόνο να τους καταρτίσει επαρκώς, αλλά παράλληλα να τους καλλιεργήσει ψυχικά, ώστε πράγματι να «ποιούν ήθος» και να το διδάσκουν με τη στάση και το παράδειγμά τους.